Meaning of εκσυγχρονίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκσυγχρονίζω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσυγχρονίζω
- θα εκσυγχρονίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκσυγχρονίζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.