Meaning of εκστρατεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκστρατεύω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκστρατεύω
- θα εκστρατεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκστρατεύω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.