Meaning of εκπωματίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπωματίζω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπωματίζω
- θα εκπωματίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκπωματίζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.