Meaning of εκπυρσοκροτήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπυρσοκροτώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπυρσοκροτώ
- θα εκπυρσοκροτήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκπυρσοκροτώ
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.