Meaning of εκπλεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπλέω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλέω
- θα εκπλεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκπλέω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.