Meaning of εκπατριστεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπατρίζομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπατρίζομαι
- θα εκπατριστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκπατρίζομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.