Meaning of εκπαιδεύσιμος | Babel Free
Ορισμοί
- άτομο ή ομάδα που διαθέτει τις προϋποθέσεις για να αποκτήσει γνώσεις ή δεξιότητες μέσω κατάλληλης διδασκαλίας
- άτομο με νοητική υστέρηση που, με ειδική εκπαίδευση, μπορεί να αναπτύξει βασικές ικανότητες αυτοεξυπηρέτησης, απλής μάθησης και προστατευμένης εργασίας
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.