Meaning of εκπαιδεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπαιδεύω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπαιδεύω
- θα εκπαιδεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκπαιδεύω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.