Meaning of εκνευρισμός | Babel Free
/e.kne.vɾiˈzmos/Ορισμοί
η κατάσταση κατά την οποία κάποιος, επειδή κάποιο εξωτερικό ερέθισμα τον έχει ενοχλήσει, έχει νεύρα, δεν είναι τελείως ήρεμος και ίσως όχι απόλυτα ψύχραιμος και αυτό εκδηλώνεται με απότομες κινήσεις ή λόγια ή με κάποια άλλη αλλαγή στη συμπεριφορά του
Ισοδύναμα
English
Irritation
Παραδείγματα
“Near-synonym: ενόχληση f (enóchlisi, “annoyance”)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.