Meaning of εκλειπτικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με την έκλειψη ή αναφέρεται σ’ αυτή
- που έχει σχέση με την εκλειπτική ή αναφέρεται σ’ αυτή
- εκλειπτική: (αστρονομία) η νοητή γραμμή που διαγράφει ο ήλιος στον ουρανό, καθώς αλλάζει θέση κατά τη διάρκεια ενός έτους
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.