HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εκλειπτικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με την έκλειψη ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. που έχει σχέση με την εκλειπτική ή αναφέρεται σ’ αυτή
  3. εκλειπτική: (αστρονομία) η νοητή γραμμή που διαγράφει ο ήλιος στον ουρανό, καθώς αλλάζει θέση κατά τη διάρκεια ενός έτους

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εκλειπτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course