Meaning of εκκολαφθείς | Babel Free
Ορισμοί
- μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος εκκολάπτω, αυτός που ήδη έχει εκκολαφθεί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτομαι
- θα εκκολαφθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκκολάπτομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.