εκκλησίασμα
Ορισμοί
οι πιστοί που παρακολουθούν τη Θεία Λειτουργία ή άλλη εκκλησιαστική ακολουθία ή (συ)μετέχουν σ’ αυτή
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Το εκκλησίασμα άκουγε με κατάνυξη τον ιερέα.”
The congregation listened devoutly to the priest.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free