εκκαθάριση
Ορισμοί
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εκκαθαρίζω
- το ξεκαθάρισμα, το πάστρεμα, η αφαίρεση της βρωμιάς
-
η ομαδική απόλυση υπαλλήλων που δεν εκπληρώνουν τα τυπικά προσόντα της θέσης τους figuratively
-
η αναγκαστική απομάκρυνση στελεχών από τις κομματικές θέσεις τους (με συνοπτικές διαδικασίες ή δίκες, εκτελέσεις, εκτοπίσεις κ.λπ.) figuratively, plural-normally
-
ο διακανονισμός της λογιστικής κατάστασης μιας επιχείρησης η οποία κλείνει με τον υπολογισμό και τον ισοσκελισμό ενεργητικού και παθητικού figuratively
Ισοδύναμα
18 more languages
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free