Meaning of εκκαθάριση | Babel Free
Ορισμοί
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εκκαθαρίζω
- το ξεκαθάρισμα, το πάστρεμα, η αφαίρεση της βρωμιάς
-
η ομαδική απόλυση υπαλλήλων που δεν εκπληρώνουν τα τυπικά προσόντα της θέσης τους figuratively
-
η αναγκαστική απομάκρυνση στελεχών από τις κομματικές θέσεις τους (με συνοπτικές διαδικασίες ή δίκες, εκτελέσεις, εκτοπίσεις κ.λπ.) figuratively, plural-normally
-
ο διακανονισμός της λογιστικής κατάστασης μιας επιχείρησης η οποία κλείνει με τον υπολογισμό και τον ισοσκελισμό ενεργητικού και παθητικού figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“οι σταλινικές εκκαθαρίσεις της δεκαετίας του 1930”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.