Meaning of εκθολούμενος | Babel Free
Ορισμοί
- αυτός που συνεχώς - σε σχέση με το πέρασμα του χρόνου - θολώνει όλο και περισσότερο
- αυτός που συνεχώς - σε σχέση με διάνυση απόστασης (πχ. κατάδυση από επιφάνεια) - θολώνει όλο και περισσότερο
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.