Meaning of εκατοχρονίτης | Babel Free
Ορισμοί
που είναι εκατό ετών, αναφερόμενο σε άνθρωπο, για να δείξει άνθρωπο ιδιαίτερη μεγάλης ηλικίας
Παραδείγματα
“πότε μου φαίνεσαι γέρος εκατοχρονίτης, πότε άντρας με γαλάζια κατσαρά μαλλιά, πασπαλισμένα με αλισάχνη, και πότε μωρό παιδί, που έχει αρπάξει και τους δυο μαστούς, της γης και της θάλασσας, και βυζαίνει. (Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο”
“Συναπαντήθηκαν όλοι στη μάνα της γενιάς, στο Πετροκέφαλο, όπου ζούσε, εκατοχρονίτης, ο παππούς και κύρης ολονών, ο γερο-καπετάν Σήφακας· να τον βάλουν μπροστά, να κινήσουν (Η μεταπολεμική πεζογραφία 7, 1990)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.