Meaning of εισπράξεις | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισπράττω
- θα εισπράξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εισπράττω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.