εισπήδηση
Ορισμοί
-
εισβολή (αιφνίδια) formal, rare
-
κατάληψη αξιώματος με δόλιο ή αντικανονικό τρόπο formal, rare
-
ρεσάλτο formal, rare
-
η τέλεση ακολουθίας ή λατρευτικής πράξης σε άλλη μητρόπολη ή χώρο ποιμαντικής και δικαιοδοσίας άλλου, χωρίς προηγούμενη εξασφάλιση άδειας ή έγκρισης formal, rare
-
υπέρβαση αρμοδιοτήτων broadly, formal, rare
Ισοδύναμα
EnglishIntrusion
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free