Meaning of εισιτήριο διαρκείας | Babel Free
/i.siˈti.ɾi.o ði.aɾˈci.as/Ορισμοί
εισιτήριο το οποίο επιτρέπει στον κάτοχο του απεριόριστες εισόδους σε χώρο, όπως γήπεδα ή μετακινήσεις με μέσα μεταφοράς
Ισοδύναμα
English
season ticket
Παραδείγματα
“※ Από τη Παρασκευή (07/07) μέχρι και τις 21 Ιουλίου όπως γνωστοποίησε η ΠΑΕ ΑΕΚ θα είναι στη διάθεση του κοινού της τα εισιτήρια διαρκείας για τη νέα σεζόν, καθώς ξεκινάει η τρίτη περίοδος πώλησης.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.