Meaning of εισαγόμενος | Babel Free
Ορισμοί
- που εισάγεται κάπου, που εισέρχεται, μπαίνει
- ξένο προϊόν που δεν παρασκευάζεται στον τόπο
Παραδείγματα
“εισαγόμενη ποσότητα εμπορεύματος, έννοια, συνήθεια, έθιμο, πρόταση (στο συντακτικό)”
“εισαγόμενο όργανο (π.χ. στην ιατρική, το γαστροσκόπιο)”
“Όλα τα αναλώσιμα στους υπολογιστές είναι πια εισαγόμενα.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.