Meaning of ειρκτή | Babel Free
/iɾˈkti/Ορισμοί
- βαριά καταδίκη σε φυλάκιση για κακούργημα· προηγούμενη ονομασία της κάθειρξης (Χρειάζεται επεξεργασία)
- ο τόπος, η φυλακή όπου εκτίεται αυτή η ποινή
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.