Meaning of ειρηνεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ειρηνεύω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειρηνεύω
- θα ειρηνεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ειρηνεύω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.