Meaning of ειδολογικός | Babel Free
/i.ðo.lo.ʝiˈkos/Ορισμοί
- που σχετίζεται με το είδος ή αναφέρεται σ’ αυτό
- που σχετίζεται με την ειδολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
- ειδοποιός
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.