HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εθνικότητα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/e.θniˈko.ti.ta/

Ορισμοί

η ιδιότητα του να ανήκει κάποιος σε ένα έθνος· η υπαγωγή ατόμου σε εθνότητα

Ισοδύναμα

English nationality

Παραδείγματα

“παρατηρείται το φαινόμενο αθλητών που αλλάζουν εθνικότητα προκειμένου να αγωνιστούν σε άλλη εθνική ομάδα”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εθνικότητα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course