HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εθνικοποίηση | Babel Free

Noun feminine CEFR C1

Ορισμοί

η απόκτηση από το κράτος (εν ονόματι του έθνους) της κυριότητας μιας ιδιωτικής επιχείρησης ή περιουσίας, ιδιαίτερα σε καίριους τομείς όπως είναι η ενέργεια και οι πλουτοπαραγωγικές πηγές (κοιτάσματα πετρελαίου, ορυχεία κ.λπ)

Ισοδύναμα

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εθνικοποίηση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course