Meaning of εθελοτυφλία | Babel Free
/e.θe.lo.tiˈfli.a/Ορισμοί
η ιδιότητα του εθελότυφλου, η στάση εκείνου που προτιμά να μη βλέπει και να μην αναγνωρίζει κάτι που είναι προφανέστατα αρνητικό, βλαβερό
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.