Meaning of εγκύψει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκύπτω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκύπτω
- θα εγκύψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εγκύπτω
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.