Meaning of εγκυκλοπαιδικός | Babel Free
/eŋ.ɟi.klo.pe.ðiˈkos/Ορισμοί
- που ανήκει ή αναφέρεται σε μια εγκυκλοπαίδεια
- που αναφέρεται σε ένα μεγάλο εύρος γνώσεων, που καλύπτει πολλές περιοχές του επιστητού
Παραδείγματα
“ένα εγκυκλοπαιδικό άρθρο”
“έχει ευρεία εγκυκλοπαιδική μόρφωση”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.