Meaning of εγκλωβισμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει εγκλωβιστεί, που είναι αποκλεισμένος ή περιορισμένος σε ένα στενό χώρο και δεν έχει έξοδο διαφυγής
- ο επενδυτής που αγόρασε μετοχές σε υψηλή τιμή σε μια περίοδο γρήγορης ανόδου του χρηματιστηρίου και, μην έχοντας προλάβει να εξαργυρώσει τα τυχόντα κέρδη του, δεν μπορεί να τις μεταβιβάσει λόγω της επακόλουθης ραγδαίας πτώσης των τιμών
Ισοδύναμα
English
Trapped
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.