HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εγκληματολογικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2

Ορισμοί

  1. ο σχετικός με την εγκληματολογία
  2. ο σχετικός με την εξέταση των στοιχείων που αφορούν σε ένα έγκλημα

Παραδείγματα

“εγκληματολογικό εργαστήριο (forensic laboratory)”
“εγκληματολογικό εργαστήριο”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εγκληματολογικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course