Meaning of εγκιβωτίζω | Babel Free
Ορισμοί
- κλείνω σ’ ένα κιβώτιο
- περικλείω μια αφήγηση μέσα σε μια άλλη
- περιφράσσω υδατοστεγώς (προσωρινά) κάποιο χώρο μέσα σε υδάτινο περιβάλλον (ποτάμι, λίμνη...), προκειμένου να φτιαχτούν οι βάσεις μιας υπερκείμενης κατασκευής (γέφυρα κ.λπ.)
- περικλείω κάτι μέσα σε κιβωτιόσχημη κατασκευή
- περικλείω μια αρχιτεκτονική κατασκευή σε μια άλλη
Παραδείγματα
“※ Με φόντο τον ήχο του οικείου και του αγνώστου η ποιήτρια ανακαλεί γνώριμες εικόνες και παιδικούς εφιάλτες, εγκιβωτίζει ιστορίες και κάνει προσεκτικούς χειρισμούς όταν εμβολιάζει τον λόγο της με απόηχους αναγνώσεων. (* εφημερίδα Καθημερινή)”
“※ Έντονος είναι ο προβληματισμός για τη συγκέντρωση υδάτων σε δύο μικρά ποτάμια, τα οποία περνούν από το κέντρο του χωριού. Το ένα το έχουμε εγκιβωτίσει αλλά αποκλείεται να χωρέσει τα νερά και πολύ φοβάμαι ότι θα υπερχειλίσει. (* εφημερίδα Καθημερινή)”
“※ Η μικρή κλίση πετυχαίνει δύο βασικούς στόχους της προμελέτης: το τέλος του περιπάτου αποκαλύπτει ένα θεαματικό belvedere προς τη θάλασσα και εγκιβωτίζει σημαντικό μέρος του κτιριακού όγκου κάτω από το πάρκο. (* εφημερίδα Καθημερινή)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.