Meaning of εγκαταλείπω | Babel Free
/eŋ.ɡa.taˈli.po̞/Ορισμοί
- αφήνω κάτι/κάποιον σε ένα σημείο, ώστε να μη χρειάζεται να φροντίζω πια γι' αυτό
- παύω να ασχολούμαι συστηματικά με κάτι/κάποιον, ακόμη κι αν δεν έχω απομακρυνθεί από αυτό
- απομακρύνομαι από κάποιον χωρίς να του προσφέρω τη βοήθεια που όφειλα ή περίμενε από μένα
- απομακρύνομαι από κάποιον και παύω να διατηρώ σχέση μαζί του
- παραιτούμαι από προσπάθεια, αγώνα κ.λπ.
Παραδείγματα
“εγκατέλειψε το βρέφος που μόλις είχε γεννήσει στα σκαλιά ενός πλουσιόσπιτου”
“έχει εγκαταλείψει το παλιό του αυτοκίνητο σε μια αλάνα”
“έχει εγκαταλείψει τα παιδιά της, απλώς τους μαγειρεύει, αλλά στην ουσία δεν ενδιαφέρεται γι' αυτά”
“πρέπει να ασχοληθώ λίγο με τα μαθήματά μου· τελευταία τα έχω εγκαταλείψει εντελώς”
“εγκατέλειψε το θύμα του αβοήθητο”
“εγκατέλειψε τη γυναίκα του και ζει με την ερωμένη του”
“μην εγκαταλείπεις την προσπάθεια”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.