Meaning of εγκαρδιώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκαρδιώνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαρδιώνω
- θα εγκαρδιώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εγκαρδιώνω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.