Meaning of εγκαλλώπισμα | Babel Free
/eŋ.ɡaˈlo.pi.zma/Ορισμοί
-
το αποτέλεσμα του ἐγκαλλωπίζω archaic
- κάτι για το οποίο κάποιος καμαρώνει και υπερηφανεύεται, καύχημα, αγλάισμα ή καμάρι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.