Meaning of εβραϊκότητα | Babel Free
Ορισμοί
το να είναι κάποιος Εβραίος, να έχει την εβραϊκή (θρησκευτική, γλωσσική, πολιτισμική κ.λπ.) ταυτότητα
Ισοδύναμα
English
Jewishness
Παραδείγματα
“※ Συζήτηση για τις προσλήψεις της εβραϊκότητας μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τη συνύπαρξη εθνοτικών ομάδων (Εβραίοι, Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι), τις σχέσεις εξουσίας ανάμεσά τους, και εν γένει το ρόλο της εθνοτικής ομάδας μέσα στην αυτοκρατορία. (*)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.