Meaning of εβδομηντάρη | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Εβδομηντάρης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Εβδομηντάρης accusative, genitive, singular, vocative
- εβδομηντάρης, στη γενική του ενικού
- εβδομηντάρης, στην αιτιατική του ενικού
- εβδομηντάρης, στην κλητική του ενικού
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.