Meaning of δωδεκαθέσιος | Babel Free
Ορισμοί
- που διαθέτει δώδεκα διακριτές θέσεις ή έδρες, είτε ως χωρητικότητα (π.χ. όχημα) είτε ως αριθμό προβλεπόμενων λειτουργικών θέσεων (π.χ. οργανικές θέσεις προσωπικού)
- δωδεκαθέσιο: δημοτικό σχολείο με δώδεκα δασκάλους
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.