Meaning of δυσφορία φύλου | Babel Free
Ορισμοί
κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο βιώνει έντονη δυσφορία ή δυσαρέσκεια λόγω της ασυμφωνίας ανάμεσα στο φύλο με το οποίο ταυτίζεται και το φύλο που του αποδόθηκε κατά τη γέννηση
neologism
Ισοδύναμα
English
gender dysphoria
Παραδείγματα
“※ Η παρούσα μελέτη αποτελεί την πρώτη προσπάθεια σύγκρισης επιπέδων αλλοστατικού φορτίου ατόμων με δυσφορία φύλου και cisgender ατόμων (Ιουλία Κ. Κόκκα, Ο ρόλος του στρες στη δυσφορία φύλου ενηλίκων. Συγχρονική μελέτη, ΕΚΠΑ, Αθήνα, 2023 https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3328693/file.pdf)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.