Meaning of δυσκολευτείτε | Babel Free
Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύομαι
- θα δυσκολευτείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δυσκολεύομαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.