Meaning of δυσδιόδευτος | Babel Free
Ορισμοί
δύσβατος, δύσκολος να τον περπατήσει / περάσει κάποιος
archaic
Παραδείγματα
“※ Ἀλλὰ καὶ ἡ πρὸς τὴν Φιλιππούπολιν ἄγουσα ὁδὸς ἦν δυσδιόδευτος. Δέκα ἡμέρας ἀπεῖχεν ἡ πόλις αὕτη ἀπὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως· ὥστε ὁ Παΐσιος ἀφίκετο ἀσθενής. (Μανουήλ Γεδεών, «Ὁ Κῶδιξ τοῦ Παϊσίου», Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια, ἔτος θʹ (16.11.1888, ἀριθμὸς 3) 21)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.