Meaning of δυσαρεστημένος | Babel Free
Ορισμοί
που νιώθει δυσαρέσκεια, που αισθάνεται ότι η κατάσταση όπως έχει δεν τον ικανοποιεί, είναι αντίθετη στα συμφέροντα και τις επιδιώξεις του
Ισοδύναμα
English
Dissatisfied
Παραδείγματα
“μεγάλο ποσοστό πολιτών εμφανίζονται δυσαρεστημένοι με την πολιτική κατάσταση”
“Το παιδί είναι δυσαρεστημένο”
“Η Γερμανία έδειξε δυσαρεστημένη από το αποτέλεσμα των γαλλικών και ελληνικών εκλογών του 2012”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.