Meaning of δυσαρεστήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δυσαρεστώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσαρεστώ
- θα δυσαρεστήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δυσαρεστώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.