Meaning of δυνητικός | Babel Free
/ði.ni.tiˈkos/Ορισμοί
- που μπορεί να συμβεί, να υπάρξει ή να πραγματοποιηθεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις
- εικονικός
- ρηματική μορφή ή σύνταξη που εκφράζει κάτι που είναι δυνατό ή πιθανό
Ισοδύναμα
English
potential
Παραδείγματα
“(νομικός όρος) δυνητική ρήτρα”
“≈ συνώνυμα: εν δυνάμει, ενδεχόμενος, πιθανός”
“δυνητικές κοινότητες”
“≈ συνώνυμα: διαδικτυακός, δικτυακός, ψηφιακός”
“≠ αντώνυμα: πραγματικός, φυσικός”
“δυνητική οριστική, δυνητική ευκτική (στην αρχαία ελληνική)”
“Το «θα» είναι δυνητικό μόριο.”
“Στα ιαπωνικά το 勝てる (kateru) είναι η δυνητική μορφή του ρήματος 勝つ (katsu, «νικάω»).”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.