HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δυνητικός

Επίθετο αρσενικό CEFR B2
ði.ni.tiˈkos

Ορισμοί

  1. που μπορεί να συμβεί, να υπάρξει ή να πραγματοποιηθεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις
  2. εικονικός
  3. ρηματική μορφή ή σύνταξη που εκφράζει κάτι που είναι δυνατό ή πιθανό

Ισοδύναμα

22 more languages

Παραδείγματα

“(νομικός όρος) δυνητική ρήτρα”
“≈ συνώνυμα: εν δυνάμει, ενδεχόμενος, πιθανός”
“δυνητικές κοινότητες”
“≈ συνώνυμα: διαδικτυακός, δικτυακός, ψηφιακός”
“≠ αντώνυμα: πραγματικός, φυσικός”
“δυνητική οριστική, δυνητική ευκτική (στην αρχαία ελληνική)”
“Το «θα» είναι δυνητικό μόριο.”
Στα ιαπωνικά το 勝てる (kateru) είναι η δυνητική μορφή του ρήματος 勝つ (katsu, «νικάω»).”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δυνητικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free