HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δυναστεία | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. μία σειρά μοναρχών που προέρχονται από την ίδια οικογένεια και διαδέχονται ο ένας τον άλλον με βάση το δίκαιο της κληρονομικής διαδοχής
  2. οικογένεια με μεγάλη επιρροή στον οικονομικό ή πολιτικό τομέα για δύο ´ή περισσότερες γενιές
    broadly

Ισοδύναμα

English Dynasty

Παραδείγματα

“Το 1925, η δυναστεία των Παχλαβί ανήλθαν στην εξουσία στη Περσία”

In 1925, the Pahlavi dynasty came to power in Persia.

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δυναστεία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course