HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δυναστεία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. μία σειρά μοναρχών που προέρχονται από την ίδια οικογένεια και διαδέχονται ο ένας τον άλλον με βάση το δίκαιο της κληρονομικής διαδοχής
  2. οικογένεια με μεγάλη επιρροή στον οικονομικό ή πολιτικό τομέα για δύο ´ή περισσότερες γενιές
    broadly

Ισοδύναμα

EnglishDynasty
Españoldinastía
Françaisdynastie
20 more languages
Българскидинастия
Catalàdinastia
Češtinadynastie
Danskdynasti
DeutschDynastie
Hrvatskidinastija
Magyardinasztia
Italianodinastia
Lietuviųdinastija
Latviešudinastija
Nederlandsdynastie
Polskidynastia
Portuguêsdinastia
Românădinastie
Русскийдинастия
Slovenčinadynastia
Slovenščinadinastija
Српскидинастија
Svenskadynasti

Παραδείγματα

“Το 1925, η δυναστεία των Παχλαβί ανήλθαν στην εξουσία στη Περσία”

In 1925, the Pahlavi dynasty came to power in Persia.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δυναστεία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free