Meaning of δρόλαπας | Babel Free
/ˈðɾo.la.pas/Ορισμοί
-
ανδρικό επώνυμο rare
- ραγδαία βροχή και χιόνι με σφοδρό άνεμο, ανεμοβρόχι
Παραδείγματα
“※ Δρόλαπας ( ό ) ( βροχή μεμιγμένη μετὰ χιόνος ) ἴσως ἐκ τοῦ Ὑδρολαίλαψ (Εφημερίς των Φιλομαθών, φιλολογική και της δημοσίας εκπαιδεύσεως, Έτος Ε΄, Εν Αθήναις της 28 Αυγούστου 1857, αρ. 222, στο άρθρο Φιλολογικαί σημειώσεις, 14 Αυγούστου 1857, Ν. Οικονομίδης, νομαρχιακός δημοδιδάσκαλος Λαμίας, 1857, σελ. 171) (η πρώτη διαθέσιμη αναφορά στη λέξη)”
“※ Ονόμαζε πνιγμούς, μετρούσε θανάτους, έλεγε ναυάγια, περιουσίας χαμούς, συνέπαιρνε χαρές κι ελπίδες σαν δρόλαπας.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.