Σημασία του δρασκελίζω | Babel Free
Ορισμοί
κάνω ένα μεγάλο βήμα (δρασκελιά) με τα πόδια μου όσο γίνεται πιο ανοιχτά ή πηδώ και περνώ πάνω από ένα εμπόδιο ή κενό
Παραδείγματα
“※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο τελευταίος πειρασμός, [μυθιστόρημα], αρχική έκδοση: 1955, εκδόσεις: Το βιβλιοπωλείον της Εστίας Ι.Δ. Κολλάρου, Αθήνα 1961, @google.gr/books”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.