Meaning of Δρακοσπηλιώτης | Babel Free
/ðɾa.ko.spiˈʎo.tis/Ορισμοί
-
αυτός που κατάγεται από τη Δρακοσπηλιά ή κατοικεί εκεί demonym
- ανδρικό επώνυμο
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.