Meaning of δρέπανο | Babel Free
/ˈðɾe.pa.no/Ορισμοί
- το δρεπάνι
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
-
διάφορα αντικείμενα ή τοποθεσίες σε σχήμα καμπυλωτό ή ημισελήνου broadly, general
-
τύπος κυρτού σπαθιού, η πάλα broadly, especially
-
κοπτικό όργανο που εφάρμοζε στους άξονες των τροχών των αρχαίων αρμάτων ( ή δρεπανηφόρο) broadly, especially
- το κλαδευτήρι
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.