Meaning of Δούναβη | Babel Free
/ˈðu.na.vi/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Δούναβης
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Δούναβης
Παραδείγματα
“(για τον ποταμό μόνο) λόγιος τύπος γενικής: του Δουνάβεως”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.