Meaning of δούλεψη | Babel Free
Ορισμοί
το να εργάζεται κάποιος για λογαριασμού άλλου, να είναι υπάλληλός, εργάτης, υπηρέτης του
Παραδείγματα
“είμαι στη δούλεψή σου τόσα χρόνια κι έναν καλό λόγο δεν μου είπες”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.