HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δούλεψη

Ουσιαστικό CEFR B1

Ορισμοί

το να εργάζεται κάποιος για λογαριασμού άλλου, να είναι υπάλληλός, εργάτης, υπηρέτης του

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“είμαι στη δούλεψή σου τόσα χρόνια κι έναν καλό λόγο δεν μου είπες”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δούλεψη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free