Meaning of δουλεύομαι | Babel Free
Ορισμοί
παθητική φωνή του ρήματος δουλεύω
Παραδείγματα
“Τότε, άξαφνα, την επήρε το παράπονο, κόπηκε η καρδιά της, κι άρχισε να χύνει τόσα δάκρυα απ΄ τα μάτια της, ως να είχε μέσα της ολάκερη στέρνα βουλωμένη, που δεν είχε δουλευτεί ποτέ, και τώρα μόνο άρχιζε να ξεχειλίζει. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η αποσώστρα)”
“Εδώ είναι τ’ αργαστήρι που δουλεύεται το καλό το φαΐ, μην τύχει και πεθάνει ο Δημογέροντας από την πείνα, και χάσει τ’ αντιστύλι του ο Τόπος. (Αργύρης Εφταλιώτης, Φυλλάδες του Γεροδήμου/δ)”
“Να τους δουλεύουμε, δηλαδή, ψιλό γαζί, αλλά όχι και να δουλευόμαστε μεταξύ μας. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.